Φιλική Εταιρεία

Νικόλαος Σκουφάς

Εμμανουήλ Ξάνθος

Αθανάσιος Τσακάλωφ


Η Φιλική Εταιρεία υπήρξε μία από τις μυστικές επαναστατικές οργανώσεις που συγκροτήθηκαν στη Νότια και την Ανατολική Ευρώπη κατά το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα. Λειτουργούσε εντός ενός αυστηρού ιεραρχικού πλαισίου και ακολουθούσε ως προς τη στρατολόγηση των μελών της μία περίπλοκη διαδικασία μύησης.

Ο ακριβής χρόνος ίδρυσης της Εταιρείας παραμένει ασαφής, αν και συχνά προβάλλεται ως επικρατέστερη ημερομηνία η 14η Σεπτεμβρίου 1814.

Την πρωτοβουλία για την ίδρυση της Εταιρείας στην Οδησσό πήραν τρεις άνδρες, όχι ιδιαίτερα επιφανείς ή πλούσιοι, τρεις έμποροι: ο Νικόλαος Σκουφάς από το Κομπότι Άρτας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Ιωάννινα και ο Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο.

Καίριο ρόλο στην ίδρυση της Εταιρείας θεωρείται ότι διαδραμάτισε και ένα τέταρτο πρόσωπο, ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος.

Η Φιλική Εταιρεία αποσκοπούσε στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, στην απελευθέρωση των Ελλήνων και γενικά των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ζούσαν στα Βαλκάνια.

Οι ιδρυτές της, για να προσελκύσουν ένα μεγαλύτερο αριθμό μελών, άφηναν να εννοηθεί ότι τόσο ο Ιωάννης Καποδίστριας, υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, όσο και ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος Α' ήταν μέλη της Αόρατης ή Ανώτατης Αρχής της Εταιρείας, που καθοδηγούσε τα μέλη των κατώτερων βαθμών.

Σταδιακά, μετά τον πρόωρο θάνατο του Σκουφά (1818), άρχισαν να αλλάζουν οι προσανατολισμοί της Εταιρείας, που μετέφερε την κύρια δραστηριότητά της στην Κωνσταντινούπολη και είδε τον αριθμό των μελών της να αυξάνεται. Έτσι, η Εταιρεία κατάφερε να αποκτήσει μια νέα δυναμική, στρατολογώντας μέλη (προεστούς, κληρικούς κ.ά.) που προέρχονταν από την Πελοπόννησο και τα νησιά του Ιονίου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας απάντησε αρνητικά στην τιμητική πρόταση που του έγινε να αναλάβει την ηγεσία της Εταιρείας, καθώς θεωρούσε πως ενδεχόμενη άμεση εμπλοκή του στο όλο εγχείρημα θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην κατάπνιξη της εξέγερσης των Ελλήνων από τα λοιπά (πλην Ρωσίας) μέλη της Ιερής Συμμαχίας.

Ως εκ τούτου, πρότεινε στον Ξάνθο να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης.

Έτσι κι έγινε. Ο Υψηλάντης, γόνος φαναριώτικης οικογένειας και υπασπιστής του τσάρου, δέχτηκε την πρόταση που του έγινε και στις 12 Απριλίου 1820 ανέλαβε επισήμως την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας.

Δυστυχώς, το σχέδιο συνεργασίας με άλλους χριστιανικούς λαούς και πληθυσμούς δεν καρποφόρησε, ενώ η εξέγερση στη Μολδοβλαχία δεν είχε αίσια έκβαση.

Τελικά, ο επαναστατικός αγώνας των Ελλήνων στον ελλαδικό χώρο έμελλε να διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα με νέους πρωταγωνιστές, ένα νέο σκηνικό, στο οποίο η Φιλική Εταιρεία δεν μπόρεσε να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο.

Επιμέλεια: Λυδία Γιόγιακα, Κιάρα Κουβαρά


Ο όρκος των Φιλικών

«Ενώπιον του αληθινού Θεού, αυτοθελήτως ορκίζομαι, ότι θέλει είμαι πιστός εις την Εταιρίαν κατά πάντα και δια πάντα.

Και δεν θέλει φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία της και τους λόγους της, μήτε θέλει δώσω να καταλάβουν ποτέ ότι εγώ ηξεύρω τίποτα περί αυτής κατ' ουδένα τρόπον. Μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν μου, μήτε εις φίλον μου.

Ορκίζομαι ότι εις το εξής δεν θέλει έμβω εις καμίαν άλλην εταιρίαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανένα δεσμόν υποχρεωτικόν. Αλλά μάλιστα ότι δεσμόν ήθελεν έχω εις τον κόσμον, θέλω τον νομίζη πάντη αδιάφορον, ως προς την εταιρίαν και ως μηδενικόν.

Ορκίζομαι ότι θέλει θρέφω εις την καρδίαν, αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, των οπαδών και ομοφρόνων τούτων. Θέλει ενεργώ παντή τρόπω προς βλάβην τους και όταν η περίστασις το συγχωρήση τον εξολοθρευμόν τους.

Ορκίζομαι ότι θέλει υποτάσσομαι εις την αρχήν. Θέλει ενεργώ με όλην την ιερότητα και σέβας εις τας προσταγάς της. Και δεν θέλει απομακρύνομαι ποσώς από τους κανόνας της. Ορκίζομαι ότι θέλει επαγρυπνώ αόκνως δια την ασφάλειαν της εταιρίας και των μελών της. Θέλει προλαμβάνω με τον κίνδυνο της ζωής μου, κάθε επιβουλήν όπου ήθελε εννοήσω, ή γενικήν ή μερικήν. Θέλει γίνομαι συνεργός εις τον θάνατον ενός προδότου ή παραβάτου της εταιρίας και αν είναι ο πλησιέστερος των συγγενών μου.

Ορκίζομαι ότι θέλει μεταχειρίζομαι ποτέ βίαν εις το να γνωρισθώ με συναδελφόν, αλλά θέλει προσέχω με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν, δια να μη λανθασθώ και ύστερον ακολουθήση εναντίον τι! Ορκίζομαι ότι όπου θέλει εύρω συνάδελφον θέλει τον προστρέχω και βοηθήσω με όλην μου την δύναμιν και κατάστασιν. Θέλει προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν αν είναι μεγαλύτερός μου εις τον βαθμόν, ει και αυτός έτυχε να είναι πρότερον εχθρός μου. Τόσο περισσότερον θέλει τον αγαπήσω και συντρέξω, όσον η έχθρα μας ήτον μεγαλυτέρα...

Ορκίζομαι ότι κατ' ουδένα τρόπον δεν θέλει ωφεληθώ από τα μετρητά της εταιρίας, αλλά θέλει τα στοχάζομαι ως πράγμα ιερόν και ενέχειρον, ανήκον εις όλον το ταπεινόν και ταλαίπωρον έθνος μας, καθώς και τα λαμβανόμενα και στελλόμενα εσφραγισμένα γράμματα...

Τέλος πάντων, ορκίζομαι εις σε, ω ιερά (πλήν τρισαθλία) πατρίς μου. Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους σου. Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, τα οποία εις ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερία των ομογενών μου, ότι αφιερώνομαι όλος εις σε, ότι εις το εξής θέλει είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών. Το όνομά σου ο οδηγός των πράξεών μου, η ανταμοιβή των κόπων μου. Η Θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της δικαιοκρισίας της. Το όνομά μου ας είναι εις αποστροφήν και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των ομογενών μου, κι ο θάνατος ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη μολύνω την αγιότητα της Εταιρίας με την συμμετοχήν μου».